διαχειρέω

διαχειρ-έω, = ίζω
A

, χρήματα IG2.574e24

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • διαχειρήσει — διαχειρέω aor subj act 3rd sg (epic) διαχειρέω fut ind mid 2nd sg διαχειρέω fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχειρουμένου — διαχειρέω pres part mp masc/neut gen sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • διαχειρήσαντας — διαχειρέω aor part act masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.